Το Cine Δράση συνεχίζει τις προβολές του την Πέμπτή 27 Αυγούστου 2026, στις 9:00μμ στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Βριλησσίων (25ης Μαρτίου & Μαραθώνος) με την ταινία «Το Καλοκαίρι που Έφυγαν οι Γονείς μου» του Cao Hamburger. Ο σκηνοθέτης με υψηλής αισθητικής ύφος χαράζει στην οθόνη βαθιά ανθρώπινες στιγμές, γεμάτες τρυφερότητα, νοσταλγία, αγάπη, κοινωνική ευαισθησία αλλά και ανησυχία πραγματευόμενος την ιστορία ενηλικίωσης ενός παιδιού που περιμένει την επιστροφή των γονιών του, βρίσκεται στην παρέα εκκεντρικών, αντιφατικών και απρόβλεπτων ενηλίκων, βιώνει τον ενθουσιασμό του Παγκοσμίου Κυπέλλου (1970) και τον αυταρχισμό μιας δικτατορίας. Ιδανική ισορροπία κωμωδίας και δράματος, εξαιρετικές ερμηνείες και πλήθος φεστιβαλικών διακρίσεων: 32 Βραβεία και άλλες 38 υποψηφιότητες, προβολή στο διαγωνιστικό της Μπερλινάλε και πρόταση της Βραζιλίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Πέμπτή 27 Αυγούστου 2026, 9:00μμ στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Βριλησσίων (25ης Μαρτίου & Μαραθώνος) από το Cine Δράση.
Το Καλοκαίρι που Έφυγαν οι Γονείς μου/O Ano em Que Meus Pais Saíram de Férias / The Year My Parents Went on Vacation
Βραζιλία, Δραματική, 2006. Διάρκεια:110΄. Σενάριο: Adriana Falcão, Claudio Galperin, Cao Hamburger, Bráulio Mantovani, Anna Muylaert. Σκηνοθεσία: Cao Hamburger. Πρωταγωνιστούν: Michel Joelsas, Germano Haiut, Daniela Piepszyk, Paulo Autran, Simone Spoladore, Eduardo Moreira, Caio Blat, Gabriel Eric Bursztein, Felipe Hanna Braun, Haim Fridman
Το Cine Δράση συνεχίζει τις προβολές του την Πέμπτή 27 Αυγούστου 2026, στις 9:00μμ στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Βριλησσίων (25ης Μαρτίου & Μαραθώνος) με την ταινία «Το Καλοκαίρι που Έφυγαν οι Γονείς μου» του Cao Hamburger. Ο σκηνοθέτης με υψηλής αισθητικής ύφος χαράζει στην οθόνη βαθιά ανθρώπινες στιγμές, γεμάτες τρυφερότητα, νοσταλγία, αγάπη, κοινωνική ευαισθησία αλλά και ανησυχία πραγματευόμενος την ιστορία ενηλικίωσης ενός παιδιού που περιμένει την επιστροφή των γονιών του, βρίσκεται στην παρέα εκκεντρικών, αντιφατικών και απρόβλεπτων ενηλίκων, βιώνει τον ενθουσιασμό του Παγκοσμίου Κυπέλλου (1970) και τον αυταρχισμό μιας δικτατορίας. Ιδανική ισορροπία κωμωδίας και δράματος, εξαιρετικές ερμηνείες και πλήθος φεστιβαλικών διακρίσεων: 32 Βραβεία και άλλες 38 υποψηφιότητες, προβολή στο διαγωνιστικό της Μπερλινάλε και πρόταση της Βραζιλίας για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Η Ιστορία και το ποδόσφαιρο: Το 1970 η Βραζιλία στέφεται για τρίτη φορά Παγκόσμια Πρωταθλήτρια, με τη μαγική ομάδα των Πελέ, Κάρλος Αλμπέρτο,– Τοστάο, Γκέρσον, Ριβελίνο να κερδίζει 6 στους 6 αγώνες. Στον τελικό, στο στάδιο Αζτέκα του Μεξικού, η εθνική ομάδα της νίκησε την Ιταλία με 4-1 και καθιερώθηκε ως η καλύτερη ομάδα ποδοσφαίρου όλων των εποχών. Ο προπονητής της Μάριο Ζαγκάλο έγινε ο πρώτος αθλητής στα χρονικά που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο ως ποδοσφαιριστής (1958, 1962) και ως προπονητής. Στην πανηγυρική τελετή, οι διοργανωτές ανακήρυξαν τον Πελέ, που συμμετείχε με νίκες σε 3 Μουντιάλ, «παράδειγμα προς μίμηση για τους νέους όλου του κόσμου». Και ενώ όλοι οι Βραζιλιάνοι παρακολουθούν ενωμένοι την εθνική τους ομάδα να σηκώνει το Κύπελλο, η δικτατορία ελέγχει απόλυτα και την παραμικρή κίνηση μέσα στη χώρα που ζει τα χειρότερα χρόνια της όσον αφορά την ελευθερία έκφρασης και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η δικτατορία, που ξεκίνησε με πραξικόπημα το Μάρτιο του 1964, διήρκεσε περισσότερο από μια εικοσαετία, μέχρι το 1985. Με στρατηγικές χειραγώγησης της κοινής γνώμης και έκτακτα διατάγματα που νομιμοποιούσαν την αντιδημοκρατική πολιτική, το στρατιωτικό καθεστώς ουσιαστικά ακύρωνε το σύνταγμα της χώρας. Πολλοί Βραζιλιάνοι φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν και εξορίστηκαν στα πλαίσια των κατασταλτικών τακτικών του καθεστώτος ενάντια σε όσους αντιστέκονταν ή διαφωνούσαν.
Η Γειτονιά: Τη δεκαετία του ’70 το πολυπολιτισμικό Μπομ Ρετίρο, τυπικό παράδειγμα γειτονιάς του Σάο Πάολο και περιοχή στην οποία ξετυλίγεται η ιστορία του φιλμ, συγκέντρωνε πολλές εθνικές μειονότητες και κουλτούρες. Εκτός από την πολυπληθή κοινότητα των Εβραίων, υπήρχαν Ιταλοί, Έλληνες και Άραβες μετανάστες αλλά και Βραζιλιάνοι που όλοι μαζί συμβίωναν ειρηνικά. Σήμερα στην περιοχή βρίσκονται κυρίως Κορεάτες επιχειρηματίες και μετανάστες από τη Βολιβία, αλλά τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του προαστίου διατηρούνται αφού συνεχίζει να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Βραζιλίας. Η συνύπαρξη διαφορετικών εθνικών πολιτισμών, είναι ένα στοιχείο στο οποίο επιμένει η ταινία όπως φαίνεται στη σκηνή του ποδοσφαιρικού αγώνα ανάμεσα σε Ιταλούς, Εβραίους και μαύρους.
Ο Μάουρο: Σε αυτό το πλαίσιο και σε αυτή τη γειτονιά έρχεται να ζήσει ο 12χρονος Μάουρο με ένα και μοναδικό όνειρο: να κατακτήσει η Εθνική Βραζιλίας το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου για τρίτη φορά. Όταν ξαφνικά οι γονείς του, λόγω των αριστερών πεποιθήσεων τους, αναγκάζονται να «φύγουν ταξίδι για δουλειές» και τον αφήνουν στη φροντίδα του παππού του Μότελ, στο Μπομ Ρετίρο ο κόσμος του Μάουρο ανατρέπεται. Καθώς μάλιστα ο Μότελ, πεθαίνει ξαφνικά προδομένος από την καρδιά του τα πράγματα γίνονται πολύ χειρότερα αφού αναγκάζεται να μείνει με έναν γείτονα, τον μοναχικό Εβραίο Σλόμο. Περιμένοντας τηλέφωνο από τους γονείς του, ο Μάουρο αντιμετωπίζει μια σκληρή, συχνά οδυνηρή πραγματικότητα. Ταυτόχρονα κάνει αρκετούς νέους φίλους. Μαζί τους ζει χαρούμενες στιγμές, μοιράζεται την αγάπη του για το ποδόσφαιρο, τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα και την επιθυμία να ξαναβρεί την οικογενειακή ευτυχία που του στέρησε η δικτατορία.
«Η ταινία περιγράφει την εποχή που ήμασταν παιδιά, τόσο εγώ όσο και οι περισσότεροι συνεργάτες μου» εξηγεί ο Cao Hamburger. «Το σενάριο δεν είναι αυτοβιογραφικό, περιέχει όμως κομμάτια από τις μνήμες όλων μας: των σεναριογράφων Adriana Falcão, Claudio Galperin, Bráulio Mantovani, Anna Muylaert (η σκηνοθέτης της ταινίας «Η Δεύτερη Μάνα»), του production designer Cassio Amarante, του διευθυντή φωτογραφίας Adriano Goldman… Κατά κάποιο τρόπο διηγείται την προσωπική μας ιστορία» συνεχίζει ο σκηνοθέτης, που όπως ο Μάουρο, προέρχεται από καθολική μητέρα και εβραίο πατέρα, ήταν τερματοφύλακας για πολλά χρόνια και είδε τους γονείς του να συλλαμβάνονται από το δικτατορικό καθεστώς. «Το έργο αναφέρεται στην εξορία…Στα διάφορα είδη εξορίας Ο Μάουρο είναι ένα αγόρι εξόριστο μέσα στην ίδια του την πατρίδα..». Η σχέση του Μάουρο με το σπίτι του παππού του είναι επίσης ενδιαφέρουσα καθώς οι ιστορίες των προγόνων του γίνονται κομμάτι της ύπαρξής του. Η καταστολή της δικτατορίας κυρίως υπαινίσσεται εκτός από μια σκηνή στο τέλος, όπου μαθητές ξυλοκοπούνται και συλλαμβάνονται από αστυνομικούς με άλογα. Είναι το ποδόσφαιρο που κυριαρχεί. Το ποδόσφαιρο ως ακριβές αντίγραφο της ζωής, παιχνίδι που εισχωρεί στην καθημερινότητά μας όπως αποδεικνύεται από τον κοινό ενθουσιασμό και τη θλίψη στους αγώνες που παρακολουθούν όλοι μαζί, καθώς και στις φιλοσοφικές προσεγγίσεις μέσα από τον ρόλο των τερματοφυλάκων: «Οι τερματοφύλακες περνούν όλη τους τη ζωή μόνοι τους στα δοκάρια τους, περιμένοντας το χειρότερο»
Το φιλμ αποτελεί τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και την πρώτη που απευθύνεται σε ενήλικες. Η υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα και ο σκηνοθέτης έκανε καλή δουλειά αναδημιουργώντας την εικόνα του 1970. Χωρίς περιττούς μελοδραματισμούς ακολουθεί τον μικρό Μάουρο στην ενηλικίωση και τη γνωριμία του με το περιβάλλον. Το καστ είναι δυνατό και περιλαμβάνει αρκετούς ενδιαφέροντες και ταλαντούχους ηθοποιούς, μεταξύ των οποίων η Daniela Piepszyk (Χάνα), γειτόνισσα περίπου στην ηλικία του Μάουρο η οποία καταφέρνει να τον βγάλει από το διαμέρισμα του παππού του, ο Germano Haiut (Σλόμο) ο οποίος είχε μόνο ερασιτεχνική σχέση με την υποκριτική και το θέατρο. Αντίθετα ο Paulo Autran είναι ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Βραζιλιάνους ηθοποιούς. Αλλά η κύρια γοητεία της ταινίας είναι η εξαιρετική δουλειά που κάνει ο Michel Joelsas (Μάουρο). Ο 12χρονος ηθοποιός παρόλο που δεν είχε ποτέ πριν επαφή με την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο δίνει μια ερμηνεία τόσο ρεαλιστική που μας κάνει να πιστεύουμε ότι όλα όσα διαδραματίζονται στην οθόνη, όσο απίθανα και αν δείχνουν, θα μπορούσαν να συμβούν



